Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

ΜΕΛΙΤΖΑΝΟΠΙΤΑ




Μαζί με τα ξαδέρφια από την Κομοτηνή ήρθε και η μαμά μου μαζί μας και ενώ υποτίθεται έρχεται για ξεκούραση δε σταματάει όλο κάτι να φτιάχνει στην κουζίνα. Όμως υπερβολικά πολλά. Όταν της το επισήμαναν εδώ στη γειτονιά απάντησε: « Ε! Καλά! Εγώ όταν πάω στης Στέλλας θυσία γίνεται ! Εμείς γίνεται να μην κάνουμε τίποτα;» 



Έτσι λοιπόν κι εγώ μετά από μια επίσκεψη στην άλλη ξαδέρφη μου τη Σούλα δοκίμασα μελιτζανόπιτα που μόλις είχε βγάλει από το φούρνο είπα πως αυτή τη θεϊκή πίτα πρέπει να τη προσπαθήσω. Τι κι αν δεν έχω ανοίξει φύλλο ποτέ στη ζωή μου. Οι ξαδέρφες μου όλες τόσο προκομμένες εγώ δηλαδή «στο πηγάδι κατούρησα;» Δεν θα τα καταφέρω; Η περιγραφή της διαδικασίας σαν παραμύθι. Κουνήθηκα λυγίστηκα και ένα απόγευμα ζύμωσα το ζυμαράκι μου, πιο μπροστά όμως, ασχολήθηκα με τη μελιτζάνα. 



1 κιλό μελιτζάνες τις καθάρισα, τις γέμισα χαρακιές σε όλο το κορμί τους τις αλάτισα και τις άφησα να στραγγίξουν όλη την πικράδα τους σε ένα σουρωτήρι. Μετά τις ξέπλυνα τις έλιωσα στο μούλτι, ενώ η Σούλα είπε να τις τρίψω στο και να αφαιρέσω τα σποράκια- . Εγώ προχώρησα σε πιο εύκολη διαδικασία. ξέπλυνα τον πολτό τον στράγγιξα καλά καλά και αφού άχνισα μπόλικο κρεμμυδάκι στο τηγάνι ανακάτεψα τη μελιτζάνα αλάτι, πιπέρι ρίγανη. 


Ενώ είχα αφήσει τη μελιτζάνα με το αλάτι της ζύμωσα το ζυμάρι…. Από τη μια η μελιτζάνα να βγάλει τα υγρά της …το ζυμάρι να ξεκουραστεί δεν πάω λέω δίπλα για έναν καφέ στα γρήγορα; 


Το γρήγορα ήταν πάνω από μια ώρα. Γιατί είμαστε μεγάλη γειτονιά και μέχρι να πει ο ένας , να δείξει ο άλλος εγώ πολύ ήθελα για να ξεχαστώ; Μου λέει και η Ειρήνη: «Θα έρθεις μαζί μου για παρέα στο σούπερ;» Πήγα κι εγώ όπως ήμουν παντόφλα γυαλί κινητό. Ήθελε να βάλει βενζίνη έτσι την οδήγησα στο πλησιέστερο πρατήριο που είναι 5 χιλιόμετρα από εδώ.


Όταν φτάσαμε είχε αρχίσει να σουρουπώνει .Μόλις μπήκα στο σπίτι θυμήθηκα την πίτα. Να σου χτυπάει και το κινητό. Ήταν η μαμά μου να με ρωτήσει πώς έγινε η πίτα. Καταλαβαίνετε τι έγινε όταν της είπα πώς ακόμα δεν την είχα φτιάξει. 


Χώρισα το ζυμάρι μου σε 10 μπαλάκια. Άλειψα το ταψί μου με βούτυρο, σε κάθε φύλλο έσταζα λάδι .Στα πέντε έβαλα τη γέμιση συνέχισα με τα άλλα πέντε. Χάραξα την πίτα μου άλειψα με λάδι και σκόρπισα λίγο νεράκι με το χέρι μου. Έψησα στους 200 αλλά δεν κράτησα ώρα γιατί στο μεταξύ ήρθαν η Βάσω με την Ελένη και πιάσαμε την κουβέντα. 



11: 30 πεταχτήκαμε να φέρουμε την Παναγιώτα από τη δουλειά. Είχα σβήσει τον φούρνο. Μέχρι να γυρίσουμε είχαν έρθει όλα τα παιδιά στο σπίτι και βγάζω την πίτα στο τραπέζι. Αρχίζουν όλοι να λένε μα τι νόστιμη και εγώ να καμαρώνω σαν γύφτικο σκεπάρνι. Ωραία; Ρωτούσα . Και να φανταστείτε πρώτη μου φορά ανοίγω φύλλο. Γυρίζω στο Μιλτιάδη. Βρε μπας και με δουλεύετε;

1 σχόλιο: